Δημήτριος


Δημήτριος
Деметрий (мужское имя)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Δημήτριος" в других словарях:

  • Δημήτριος — ο Димитрий – 1) имя некоторых святых Православной Церкви: Δημήτριος ο μεγαλομάρτυρας великомученик Димитрий Солунский, пострадавший за Христа в г. Салоники в 3 веке от Р.Х; 2) мужское имя Этим. < δημήτριος «относящийся к богине Деметре,… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Δημήτριος — I Όνομα δύο βασιλιάδων της Μακεδονίας. 1. Δ. Α’ ο Πολιορκητής. Βλ. λ. Δημήτριος ο Πολιορκητής. 2. Δ. Β’, ο αποκαλούμενος Αιτωλικός (275 – 229 π.Χ.). Βασι λιάς της Μακεδονίας (239 229 π.Χ.). Ήταν γιος του Αντίγονου Γονατά, τον οποίο διαδέχτηκε… …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος — Δημ/ητριος masc nom sg Δημήτριος of masc/fem nom sg Δημήτριος of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημήτριος Α’ — (Δ. Παπαδόπουλος, Κωνσταντινούπολη 1914 – 1991). Οικουμενικός Πατριάρχης (1972 91). Σπούδασε θεολογία στη Χάλκη και εργάστηκε ως καθηγητής για πολλά χρόνια. Το 1972 εξελέγη μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου, θέση στην οποία παρέμεινε για πέντε… …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος ο Μυροβλήτης — (Θεσσαλονίκη 280 – 304 μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Προερχόταν από ευγενή οικογένεια της Θεσσαλονίκης και έλαβε όλα τα εφόδια για μια πετυχημένη σταδιοδρομία. Νέος ακόμα κατέλαβε ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, αυτό όμως …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος ο Πολιορκητής — (336; – 283/2 π.Χ.). Βασιλιάς της Μακεδονίας. Ήταν γιος του Αντίγονου του Μονόφθαλμου και μνημονεύεται για πρώτη φορά στον πόλεμο εναντίον του Ευμένη (317). Το 312 διοικούσε τον στρατό του πατέρα του στη μάχη της Γάζας. Το 307 έγινε κύριος της… …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος ο Φαληρεύς — (Φάληρο περ. 350 π.Χ. – ;). Αθηναίος πολιτικός και συγγραφέας. Σπούδασε στην Περιπατητική σχολή του Θεόφραστου και έγραψε σχόλια στα ομηρικά έπη και μια συλλογή χρήσιμων αποφθεγμάτων, σημαντικό μέρος της οποίας αποτελούσαν τα Αποφθέγματα των επτά …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Δημήτριος — I Ονομασία 31 οικισμών. 1. Πόλη (65.173 κάτ.) στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, γνωστή και ως Μπραχάμι. Βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Αθήνας, σε απόσταση 5 χλμ. Αποτελεί τον ομώνυμο δήμο της νομαρχίας Αθηνών. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 230 μ …   Dictionary of Greek

  • Θέμελης, Δημήτριος — (Πάτμος 1785 – Μεσολόγγι 1825). Εθνικός αγωνιστής. Εγκαταστάθηκε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου έκανε μεγάλη περιουσία από το εμπόριο. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 στο Γαλάτσι από τον Γρηγόριο Δικαίο (Παπαφλέσα). Μαζί με τον Γρυπάρη… …   Dictionary of Greek

  • Αμμιράλλος ή Αμμιραλλός, Δημήτριος — (Χίος 1656 – ;). Λόγιος. Φοίτησε στο Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης, όπου σπούδασε γραμματική, ρητορική και φιλολογία. Πήγε έπειτα στο Παρίσι όπου σπούδασε ιατρική και βοτανική. Μετά τις σπουδές του στη Γαλλία, ο Α. ασκήθηκε επί εννιά χρόνια σε… …   Dictionary of Greek

  • Γαζιάδης, Δημήτριος — (Αθήνα 1899 – 1959). Σκηνοθέτης, οπερατέρ και παραγωγός του ελληνικού κινηματογράφου. Σπούδασε στη Φωτογραφική Ακαδημία του Μονάχου. Μαζί με τον αδελφό του Μιχαήλ, επίσης κινηματογραφιστή, υπήρξαν από τους πρωτοπόρους του ελληνικού κινηματογράφου …   Dictionary of Greek